Όταν η όραση επηρεάζει τη μάθηση
Η όραση δεν περιορίζεται στην ικανότητα καθαρής απεικόνισης ενός αντικειμένου. Αποτελεί μια σύνθετη νευροαισθητηριακή και νευροκινητική λειτουργία, μέσω της οποίας το άτομο προσλαμβάνει, οργανώνει, επεξεργάζεται και αξιοποιεί ένα σημαντικό μέρος των πληροφοριών του περιβάλλοντος.
Γράφουν οι Σάββας & Μελίντα Λαζαρίδη,
MSc, PhD (c), Clinical Optometrists, Researcher, BL Vision Therapy Institute, Developmental Optometrists / Researchers in Binocular Vision and Learning, Authors OVDR & OEP Foundation Journal
Στην παιδική ηλικία, η αποτελεσματική λειτουργία του οπτικού συστήματος έχει ιδιαίτερη σημασία για δραστηριότητες όπως η ανάγνωση, η γραφή, η διατήρηση της προσοχής, ο οπτικοκινητικός συντονισμός και γενικότερα η συμμετοχή του παιδιού στις απαιτήσεις της σχολικής μάθησης.
Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση της όρασης στο σύγχρονο εκπαιδευτικό και κλινικό περιβάλλον δεν είναι σκόπιμο να περιορίζεται αποκλειστικά στη μέτρηση της οπτικής οξύτητας. Η διερεύνηση της λειτουργικής όρασης παρέχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσο το οπτικό σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις απαιτήσεις της καθημερινής και σχολικής δραστηριότητας.
Η όραση μέσα στη σχολική τάξη
Η σχολική δραστηριότητα προϋποθέτει τη συνεχή και συντονισμένη λειτουργία πολλών επιμέρους οπτικών μηχανισμών. Κατά τη διάρκεια μιας τυπικής σχολικής ημέρας, το παιδί καλείται να πραγματοποιεί:
- παρατεταμένη εργασία σε κοντινή απόσταση,
- επαναλαμβανόμενες μετατοπίσεις του βλέμματος από τον πίνακα στο βιβλίο ή στο τετράδιο,
- ακριβή και σταθερή συνεργασία των δύο οφθαλμών,
- γρήγορες αλλαγές εστίασης μεταξύ διαφορετικών αποστάσεων,
- ακριβείς κινήσεις παρακολούθησης και σακκαδικές κινήσεις,
- διατήρηση της οπτικής προσοχής και της οπτικής αντοχής για σημαντικά χρονικά διαστήματα.
Επομένως, η επιτυχής ανταπόκριση στις σχολικές απαιτήσεις δεν εξαρτάται μόνο από το αν ένα παιδί «βλέπει καθαρά», αλλά και από το κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά, συντονισμένα και με επαρκή αντοχή το οπτικό του σύστημα.
Τι έδειξε η έρευνά μας
Σε μελέτη που πραγματοποιήσαμε σε 834 μαθητές δημοτικού σχολείου στην Ελλάδα, διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ παραμέτρων της οπτικής λειτουργίας και της αναγνωστικής επίδοσης.
Η συγκεκριμένη ερευνητική εργασία έχει παρουσιαστεί και δημοσιευθεί σε επιστημονικές εκδόσεις των OVDRA (Optometric Vision Development & Rehabilitation Association) και OEPF (Optometric Extension Program Foundation).
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σημαντικές διαφορές στην αναγνωστική επίδοση μεταξύ των μαθητών με φυσιολογική λειτουργική όραση και εκείνων στους οποίους καταγράφηκαν λειτουργικές οπτικές δυσκολίες. Οι μαθητές με φυσιολογικά ευρήματα στις εξεταζόμενες παραμέτρους παρουσίασαν συνολικά καλύτερη αναγνωστική επίδοση.
Αντίθετα, η παρουσία ακόμη και μίας λειτουργικής οπτικής δυσλειτουργίας συσχετίστηκε με:
- χαμηλότερη ταχύτητα ανάγνωσης,
- αυξημένο αριθμό παλινδρομικών οφθαλμικών κινήσεων,
- μειωμένη συνολική αναγνωστική αποτελεσματικότητα.
Σε ορισμένες συγκρίσεις, η διαφορά στην ταχύτητα ανάγνωσης έφθανε έως και τις 40 λέξεις ανά λεπτό. Μια τέτοια διαφοροποίηση μπορεί να είναι εκπαιδευτικά σημαντική, καθώς η ταχύτητα και η ευχέρεια της ανάγνωσης συνδέονται με το γνωστικό φορτίο που απαιτείται για την επεξεργασία και κατανόηση ενός κειμένου.
Ιδιαίτερη σημασία είχε επίσης το εύρημα ότι η αναγνωστική επίδοση παρουσίαζε περαιτέρω μείωση όσο αυξανόταν ο αριθμός των λειτουργικών οπτικών δυσλειτουργιών που καταγράφονταν στον ίδιο μαθητή. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι διαφορετικές δυσλειτουργίες του οπτικού συστήματος ενδέχεται να επιδρούν σωρευτικά στη λειτουργική απόδοση κατά την ανάγνωση.
Οι «μη εμφανείς» λειτουργικές οπτικές δυσλειτουργίες
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της μελέτης ήταν ότι τα παιδιά είχαν ήδη υποβληθεί σε οφθαλμολογικό έλεγχο και δεν παρουσίαζαν γνωστή οφθαλμική παθολογία. Παράλληλα, το συντριπτικό ποσοστό των μαθητών παρουσίαζε φυσιολογική ή διορθωμένη σε φυσιολογικά επίπεδα οπτική οξύτητα. Ωστόσο, σε ορισμένα παιδιά καταγράφηκαν σημαντικές δυσκολίες κατά την ανάγνωση. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τη διάκριση μεταξύ της οπτικής οξύτητας και της λειτουργικής απόδοσης του οπτικού συστήματος. Ένα παιδί μπορεί να επιτυγχάνει φυσιολογική οπτική οξύτητα και ταυτόχρονα να παρουσιάζει δυσκολίες σε επιμέρους λειτουργίες, όπως:
- η σύγκλιση,
- η προσαρμογή,
- η προσαρμοστική ευχέρεια,
- η ευχέρεια σύγκλισης και απόκλισης,
- η οφθαλμοκινητική λειτουργία,
- η σταθερότητα της προσήλωσης,
- η διόφθαλμη συνεργασία και αισθητηριακή ταύτιση,
- η στερεοσκοπική όραση,
- η αποτελεσματική αξιοποίηση της περιφερικής οπτικής πληροφορίας.
Οι συγκεκριμένες λειτουργίες δεν αξιολογούνται πάντοτε στο πλαίσιο μιας τυπικής εξέτασης οπτικής οξύτητας ή διαθλαστικού ελέγχου και, για τον λόγο αυτό, απαιτούν ειδικότερη λειτουργική διερεύνηση.
Ο ρόλος της ολοκληρωμένης οπτομετρικής αξιολόγησης
Η ολοκληρωμένη αξιολόγηση της λειτουργικής όρασης αποσκοπεί στην εξέταση όχι μόνο της ποιότητας της οπτικής εικόνας, αλλά και της ικανότητας του οπτικού συστήματος να λειτουργεί αποτελεσματικά σε πραγματικές συνθήκες δραστηριότητας.
Ανάλογα με την ηλικία, τα συμπτώματα και τις λειτουργικές απαιτήσεις του παιδιού, μπορεί να περιλαμβάνει την αξιολόγηση παραμέτρων όπως:
- Near Point of Convergence (NPC),
- προσαρμοστική ικανότητα και Accommodation Facility,
- συγχωνευτικά αποθέματα και Vergence Facility,
- οφθαλμοκινητική λειτουργία και σακκαδικές κινήσεις,
- κινήσεις παρακολούθησης,
- σταθερότητα προσήλωσης,
- στερεοσκοπική όραση,
- δυναμική οπτική οξύτητα,
- λειτουργικά οπτικά πεδία και περιφερική οπτική επεξεργασία,
- οπτικοκινητικό συντονισμό,
- αλληλεπίδραση της όρασης με το αιθουσαίο, ιδιοδεκτικό και κινητικό σύστημα.
Η συνεκτίμηση αυτών των παραμέτρων επιτρέπει μια πληρέστερη αποτύπωση της λειτουργικής απόδοσης του οπτικού συστήματος.
Γιατί το ζήτημα αφορά την εκπαιδευτική και κλινική κοινότητα
Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι σε ένα ποσοστό παιδιών με δυσκολίες στην ανάγνωση ή στη σχολική εργασία ενδέχεται να συνυπάρχουν λειτουργικές οπτικές δυσλειτουργίες, ακόμη και όταν η οπτική οξύτητα είναι φυσιολογική. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μαθησιακές δυσκολίες μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην όραση. Η μάθηση αποτελεί πολυπαραγοντική διαδικασία και επηρεάζεται από γνωστικούς, γλωσσικούς, νευροαναπτυξιακούς, ψυχοκοινωνικούς, εκπαιδευτικούς και αισθητηριακούς παράγοντες.
Ωστόσο, η αναγνώριση μιας λειτουργικής οπτικής δυσκολίας έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή επιτρέπει να διερευνηθεί ένας παράγοντας ο οποίος ενδέχεται να αυξάνει το οπτικό και γνωστικό φορτίο που απαιτείται για την εκτέλεση μιας σχολικής δραστηριότητας.
Η σύγχρονη Οπτομετρία, επομένως, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην εκτίμηση της διαθλαστικής κατάστασης και της οπτικής οξύτητας. Περιλαμβάνει και τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το οπτικό σύστημα λειτουργεί και προσαρμόζεται στις πραγματικές απαιτήσεις της ζωής του παιδιού.
Η έγκαιρη αναγνώριση τέτοιων δυσλειτουργιών μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση των δυσκολιών ενός μαθητή και στη διαμόρφωση μιας περισσότερο εξατομικευμένης και διεπιστημονικής προσέγγισης.
Συμπέρασμα
Η όραση δεν ταυτίζεται με το «βλέπω καθαρά». Αποτελεί την ικανότητα του ατόμου να προσλαμβάνει, να συντονίζει, να οργανώνει και να αξιοποιεί αποτελεσματικά τις οπτικές πληροφορίες σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αισθητηριακά, κινητικά και γνωστικά συστήματα.
Στο πλαίσιο αυτό, η ολοκληρωμένη οπτομετρική αξιολόγηση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό τμήμα της διερεύνησης παιδιών που παρουσιάζουν συμπτώματα ή δυσκολίες κατά την ανάγνωση, τη γραφή, την παρατεταμένη κοντινή εργασία ή άλλες οπτικά απαιτητικές σχολικές δραστηριότητες.
Όταν εντοπίζονται συγκεκριμένες λειτουργικές οπτικές δυσλειτουργίες, η κατάλληλη αντιμετώπιση και, όπου υπάρχει σαφής ένδειξη, η εφαρμογή εξατομικευμένης Οπτομετρικής Θεραπείας (Vision Therapy) μπορούν να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο, διεπιστημονικό πλαίσιο υποστήριξης του παιδιού.
Η έγκαιρη αναγνώριση είναι καθοριστικής σημασίας. Όχι επειδή κάθε μαθησιακή δυσκολία έχει οπτική αιτιολογία, αλλά επειδή κανένα παιδί δεν θα πρέπει να καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να διαβάσει, να γράψει ή να μάθει εξαιτίας μιας λειτουργικής οπτικής δυσκολίας που δεν έχει εντοπιστεί.
«Η έγκαιρη αναγνώριση των λειτουργικών οπτικών δυσλειτουργιών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εκπαιδευτική πορεία ενός παιδιού, προτού οι δυσκολίες του ερμηνευθούν αποκλειστικά ως έλλειψη προσπάθειας, συγκέντρωσης ή μαθησιακής ικανότητας».

