Αχρωματοψία

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Αχρωματοψία ονομάζεται η αδυναμία αντίληψης χρωμάτων. Η συγκεκριμένη κατάσταση δεν αποτελεί κάποιο είδος τύφλωσης, καθώς ο ασθενής με αχρωματοψία απλώς παρουσιάζει δυσκολία στο να ξεχωρίζει κάποια συγκεκριμένα χρώματα. Με συχνότερη εμφάνιση την αδυναμία στο κόκκινο-πράσινο και δευτερεύοντος στο κίτρινο-μπλε. Ενώ ακόμη πιο σπάνιο είναι ένα άτομο με αχρωματοψία να παρατηρεί τα αντικείμενα γύρω του μόνο σε αποχρώσεις του γκρι.

Γράφει η Ανθή Σελένη, Οπτομέτρης στο Οφθαλμολογικό Αθηνών, Απόφοιτος του τμήματος Οπτικής-Οπτομετρίας ΑΤΕΙ Αθηνών

Οι οφθαλμοί μας έχουν την ικανότητα να ξεχωρίζουν τα χρώματα και τη φωτεινότητα εξαιτίας των κωνίων και των ραβδίων, τα οποία καλούνται φωτοϋποδοχείς και αποτελούν μία από τις στιβάδες του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Τα κωνία, περίπου 6-7 εκατομμύρια ενεργοποιούνται σε φυσιολογικές συνθήκες φωτισμού, αναλύοντας τα χρώματα, ενώ τα ραβδία, περίπου 120-140 εκατομμύρια σε χαμηλό φωτισμό αναγνωρίζοντας τη φωτεινότητα. Υπάρχουν τρία είδη κωνίων, οι S-κώνοι για την αναγνώριση της μπλε ακτινοβολίας, οι M-κώνοι για την πράσινη και οι L-κώνοι για την κόκκινη. Τα άτομα που έχουν μερική ή ολική έλλειψη των παραπάνω κωνίων είναι που εμφανίζουν αδυναμία στην αντίληψη των χρωμάτων και, σε συνδυασμό με έλλειψη φωτισμού, δημιουργείται η σύγχυση των χρωμάτων.

Οι ασθενείς με φυσιολογική χρωματική αντίληψη ονομάζονται και τριχρωματικοί, ενώ οι ασθενείς με έλλειψη μίας χρωστικής χαρακτηρίζονται ως ανώμαλοι τριχρωματικοί. Η αχρωματοψία μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Η κληρονομική αχρωματοψία είναι η πιο συχνή, προσβάλλει και τα δύο μάτια του ασθενούς και δεν επιδεινώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Η πλειονότητα των ατόμων με αχρωματοψία είναι άνδρες, με τις γυναίκες να είναι υπεύθυνες για τη μεταφορά του συγκεκριμένου τροποποιημένου γονιδίου, χωρίς εκείνες να επηρεάζονται. Η αχρωματοψία εμφανίζεται με συχνότητα ένας στους τριάντα χιλιάδες ανθρώπους. Η κληρονομική αχρωματοψία μπορεί να είναι εκ γενετής ή μπορεί να εμφανιστεί στα επόμενα στάδια της ζωής του ασθενούς.
Ορισμένες κληρονομικές ασθένειες που προκαλούν αχρωματοψία είναι: α) η δυστροφία κωνίου, β) η δυστροφία κωνικής ράβδου κ.λπ. Αυτός ο τύπος αχρωματοψίας ανευρίσκεται στο 8% των ανδρών και 0,4% των γυναικών. Αυτή η αχρωματοψία συνδέεται με το Χ χρωμόσωμα και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις μεταφέρεται από τη μητέρα στον γιο της.

Φυσιολογική Όραση
Αχρωματοψία

Η επίκτητη αχρωματοψία, από την άλλη πλευρά, προσβάλλει συνήθως μόνο τον έναν οφθαλμό που παρουσιάζεται το πρόβλημα με πιθανή εξέλιξή της – υπεύθυνες είναι οι ασθένειες που προσβάλλουν το οπτικό νεύρο ή τον αμφιβληστροειδή χιτώνα.
Ορισμένες οφθαλμολογικές παθήσεις υπεύθυνες για την εμφάνιση της επίκτητης αχρωματοψίας είναι το γλαύκωμα, η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και ο καταρράκτης. Ενώ άλλες ασθένειες που μπορεί να προκαλέσουν κάποια από τα είδη αχρωματοψίας είναι η σκλήρυνση κατά πλάκας, η νόσος του Πάρκινσον κ.λπ. Οι ασθενείς με αχρωματοψία που οφείλεται σε κάποια από τις παραπάνω ασθένειες συνήθως έχουν πρόβλημα στον διαχωρισμό τoυ μπλε ή του κίτρινου χρώματος.

Ishihara test

Τα είδη της αχρωματοψίας είτε κληρονομικά είτε εκ γενετής είναι:
Α) η μονοχρωματοψία, στην οποία υπάρχει πλήρης αδυναμία σ την αντίληψη των χρωμάτων και διακρίνονται διαφορές μόνο εξαιτίας της αλλαγής φωτεινότητας. Είναι κληρονομική λόγω των γονιδίων που υπάρχει πλήρη απουσία των κωνίων. Στην περίπτωση αυτή, οι ασθενείς παρατηρούν τα αντικείμενα γύρω τους μόνο σε αποχρώσεις του άσπρου, μαύρου και γκρι, καθώς παρουσιάζουν μειωμένη οπτική οξύτητα, νυσταγμό και φωτοφοβία.
Β) η δυσχρωματοψία, όπου υπάρχει μία μετρίως βλάβη στην αντίληψη των χρωμάτων, καθώς κάποιο από τα τρία είδη κωνίων δεν λειτουργούν ή απουσιάζουν. Είναι κληρονομική, επηρεάζει συνήθως τ ους άνδρες και διακρίνεται σε πρωτανοπία, δευτερανοπία και τριτανοπία. Η πρωτανοπία και η δευτερανοπία είναι συνηθέστερες, με ποσοστό περίπου 1-5% των ανδρών και 0,1% των γυναικών αντίστοιχα. Η τριτανοπία είναι αρκετά σπάνια, με ποσοστό μικρότερο του 0,1% των ανδρών και των γυναικών.

  1. τα άτομα με πρωτανοπία δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις αποχρώσεις του κόκκινου, του πράσινου και του κίτρινου. Για παράδειγμα, τις αποχρώσεις του μπλε από αποχρώσεις του κόκκινου, του μοβ και του ροζ. Το σκούρο καφέ από το σκούρο πράσινο, το σκούρο πορτοκαλί και το σκούρο κόκκινο και το μαύρο από τις διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου.
  2. οι ασθενείς με δευτερανοπία δυσκολεύονται ακόμη πιο αισθητά να ξεχωρίσουν τις αποχρώσεις του κόκκινου, του πράσινου και του κίτρινου. Για παράδειγμα, τις α ποχρώσεις του κόκκινου από αποχρώσεις του πράσινου. Το μπλε-πράσινο από το γκρι και αποχρώσεις του ροζ και το ανοιχτό πράσινο από αποχρώσεις του κίτρινου.
  3. και τέλος τα άτομα με τριτανοπία παρουσιάζουν δυσκολία να ξεχωρίσουν τις αποχρώσεις του μπλε, του πράσινου και του κίτρινου. Το ανοιχτό μπλε από το γκρι, το σκούρο μοβ από το μαύρο, τις αποχρώσεις του πράσινου από αποχρώσεις του μπλε και τις αποχρώσεις του πορτοκαλί από αποχρώσεις του κόκκινου.

Γ) τέλος, η ανώμαλη τριχρωματοψία, όπου οι ασθενείς παρουσιάζουν κάποια μεταλλαγμένη μορφή των τριών ειδών κωνίων, με αποτέλεσμα να έχουν επηρεασμένη αντίληψη των χρωμάτων.

Πώς βρίσκουμε αν κάποιος παρουσιάζει αχρωματοψία;
Η αχρωματοψία ανιχνεύεται με ειδικούς χρωματικούς πίνακες Ishihara Test. Σε κάθε πίνακα υπάρχει ένας αριθμός που σχηματίζεται από χρωματικές κηλίδες.
Ο ασθενής καλείται να αναγνωρίσει τον αριθμό που υπάρχει στον πίνακα που κρατάει στα χέρια του κάτω από καλό φωτισμό. Μόλις τεθεί η διάγνωση της αχρωματοψίας τότε μπορεί να γίνει πιο λεπτομερής έλεγχος του χρωματικού προβλήματος. Το αρνητικό του πίνακα Ishihara είναι ότι περιέχει μόνο αριθμούς, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο για τα μικρά παιδιά που δεν έχουν μάθει να τους χρησιμοποιούν. Για τον λόγο αυτό αναπτύχθηκαν και εναλλακτικές δοκιμές με σύμβολα όπως σχήματα, αντικείμενα κ.λπ.

Μπορούμε να θεραπεύσουμε την αχρωματοψία;
H αχρωματοψία, προς το παρόν, δεν θεραπεύεται.
Όπως επίσης και δεν μπορεί να προληφθεί η κληρονομική αχρωματοψία, ενώ στην επίκτητη συνήθως η βλάβη είναι μόνιμη. Υπάρχουν μόνο κάποιοι τρόποι όπως σκουρόχρωμοι φακοί που βοηθούν στη διαφοροποίηση των χρωμάτων ή γυαλιά με πλευρικά προστατευτικά, μειώνοντας τις διαφορές της φωτεινότητας ή και κάποιοι ειδικοί φακοί επαφής. Τα άτομα με αχρωματοψία έχουν αυξημένη νυχτερινή όραση σε σχέση με τα άτομα που δεν παρουσιάζουν κάποιο είδος αχρωματοψίας.

Βιβλιογραφία: Michael Connor, Malcolm Ferguson-Smith(2004). «Βασικές αρχές ιατρικής γενετικής». Ιατρικές εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης : 188-189 / Εφαρμοσμένη Οπτική, Οπτικά όργανα απεικόνισης , Δρακόπουλος Πάνος ,Ασημέλλης Γιώργος / Bateerbury M. , Bowling B, Murphy C. , «Οφθαλμολογία» επιμέλεια ελλήνικής έκδοσης Γαρταγάνης Σ. (2009) , επιστημονικές εκδόσεις Παρισιανού / E.R. Kandel, J.H. Schwartz, T.M. Jessell. Νευροεπιστήμη και συμπεριφορά. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / http://en.wikipedia.org/wiki/Color_blindness / http://www.scienceillustrated.gr/?p=1417 / http://www.webmd.com/eye-health/tc/color-blindness-topic-overview


Μοιραστείτε με τους φίλους σας
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
Tags:
0 shares