Το εύρος προσαρμογής σε νεαρούς ενήλικες ηλικίας 18 – 28 ετών

Γράφει ο Ανδρόνικος Χρυσανθόπουλος, BSc, MSc (cand.) Οπτικός – Οπτομέτρης

 Η προσαρμογή είναι η ικανότητα του οφθαλμού να αλλάζει τη διαθλαστική δύναμη του (μέσω αλλαγής της κυρτότητας του κρυσταλλοειδούς φακού) με στόχο την εστίαση σε διαφορετικές αποστάσεις. Στις ημέρες μας οι κοντινές αποστάσεις εργασίας απαιτούν καλή προσαρμογή ώστε η εργασία να είναι ποιοτική και χωρίς προβλήματα ασθενωπίας. Ωστόσο, οι δυσλειτουργίες της
προσαρμογής αποτελούν ένα όχι και τόσο σπάνιο φαινόμενο.

Ειδικότερα, η ανεπάρκεια προσαρμογής είναι η συχνότερη δυσλειτουργία προσαρμογής που μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Η ανεπάρκεια προσαρμογής χαρακτηρίζεται από αδυναμία του οφθαλμού να φτάσει το μέγιστο της δυνητικά φυσιολογικής προσαρμογής του με βάση την ηλικία και για πολλούς αφορά αποκλίσεις ίσες και μεγαλύτερες των 2D από το θεωρητικά φυσιολογικό. Τέλος, η μέτρηση του εύρους προσαρμογής και γενικότερα τεστ κοντινής όρασης πρέπει να καθιερωθούν στον έλεγχο ρουτίνας, καθώς η ζωή πλέον δεν είναι σε μακρινές αποστάσεις αλλά σε πλήθος διαφορετικών αποστάσεων.

Στόχος: Η καταγραφή των ποσοστών ανεπάρκειας προσαρμογής σε νεαρούς καυκάσιους ενήλικες

Μέθοδος: Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν η minus lenses, οι πίνακες σύγκρισης ήταν οι τιμές κατά Donder’s και εξίσωσης Hofstetter’s. Ανάλογα το αποτέλεσμα κατηγοριοποιήθηκαν σε ‘’φυσιολογικό’’ η οποία αναφέρεται σε μηδενικές αποκλίσεις έως αποκλίσεις της τάξεως της 1D και αυτό λόγω ότι η minus lenses υποεκτιμά ή είναι αρκετά αυστηρή όσο αφορά το εύρος προσαρμογής συγκριτικά με άλλες μεθόδους σε ελεύθερο χώρο (π.χ. push – up), σε ‘’οριακή’’ η οποία αναφέρεται σε αποκλίσεις από 1.25D έως και 1.75D ή 2D με τουλάχιστον έναν οφθαλμό με απόκλιση μικρότερη των 1.75D και σε χαμηλό η οποία αναφέρεται σε αποκλίσεις μεγαλύτερες των 2D από το αναμενόμενο, όπως έχει προταθεί και σε άλλες έρευνες.

Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντικό ποσοστό ανεπάρκειας προσαρμογής σε αυτές τις ηλικίες, με το ποσοστό να ξεπερνάει το 50%. Περαιτέρω, οι άντρες είχαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά φυσιολογικού εύρους προσαρμογής συγκριτικά με τις γυναίκες. Ενώ, πρέπει να μελετηθεί επιπλέον ο ρόλος των διαθλαστικών σφαλμάτων στα προβλήματα προσαρμογής

Συμπεράσματα: Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η ανεπάρκεια προσαρμογής φαίνεται πως αποτελεί έντονο πρόβλημα στις νεαρές ηλικίες και επιπλέον μελέτες πρέπει να γίνουν προκειμένου να αναλυθεί σε βάθος το πρόβλημα και ο επιπολασμός του. Επιπλέον, πρέπει να καθιερωθεί ένα καθολικό σύστημα μετρήσεων του εύρους προσαρμογής για να εξαχθούν τα ασφαλέστερα αποτελέσματα. Επιπλέον, ενδιαφέρον θα είχε να παρατηρηθεί η δράση και η συνεισφορά του ακτινωτού μυός στη διαδικασία της προσαρμογής στους νέους ενήλικες, καθώς, θεωρητικά o κρυσταλλοειδής φακός είναι σχεδόν διάφανος οπότε το πρόβλημα στη προσαρμογή αφορά στη πλειονότητα αδυναμία δράσης
του ακτινωτού μυός.»

Εισαγωγή

Η προσαρμογή είναι η ικανότητα του οφθαλμού να αλλάζει τη διαθλαστική δύναμη του με στόχο την εστίαση των ακτινών σε αντικείμενα που βρίσκονται σε διαφορετικές αποστάσεις. Πλήθος παραγόντων, ψυχολογικών και μη φαίνεται πως επηρεάζουν τη λειτουργία της προσαρμογής. Συγκεκριμένα, παράγοντες που σχετίζονται αφορούν, τα διαθλαστικά σφάλματα, η έκθεση στο φως, η εθνικότητα, η αστικοποίηση, η θερμοκρασία της περιοφθαλμικής περιοχής, η δυσλεξία, οι μαθησιακές δυσκολίες, η ενδοφθάλμια πίεση (Ε.Ο.Π.), ο διαβήτης, το σύνδρομο down, η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, το αλκοόλ, η πρόωρη γέννα, η ώρα της ημέρας, κ.α.[12]. Στις ημέρες μας οι κοντινές αποστάσεις εργασίας αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο τμήμα της όρασης μας. Ειδικότερα, έρευνες έχουν δείξει πως στην Κορέα το 2018, το 89.6% των ατόμων άνω των των τριών ετών ήταν χρήστες κινητών τηλεφώνων, με 19.1% να κατηγοριοποιούνται ως “εθισμένοι”[1]. Η μακροχρόνια χρήση ψηφιακών οθονών έχει συσχετιστεί με  οπτικά και οφθαλμικά προβλήματα, με ένα εξ΄αυτών να αφορά τη προσαρμογή, λόγω της έντονης και υπερβολικής λειτουργίας της για παρατεταμένο διάστημα [1,12,14,24,25]. Περαιτέρω, οι κοντινές αποστάσεις εργασίας έχουν συσχετιστεί με την εμφάνιση και την εξέλιξη της μυωπίας. Ενδιαφέρον όμως είναι πως τα παιδιά με πρόωρη εμφάνιση μυωπίας και οι ενήλικες με καθυστερημένη εμφάνιση της μυωπίας έχουν μεγαλύτερη αστάθεια της προσαρμογής συγκριτικά με εμμέτρωπες για το αντίστοιχο οπτικό ερέθισμα, με αυτό το τρόπο ενδεχομένως οι μικρό – διακυμάνσεις να αποτελούν παράγοντα ανάπτυξης της μυωπίας[24,25]. Τέλος, οι κοντινές αποστάσεις εργασίας (10 – 40 cm) σε συνδυασμό με τη κακή στάση του σώματος μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές ανάγκες για προσαρμογή μεταξύ των δύο οφθαλμών[24], πράγμα που ενδεχομένως να φάνηκε και σε αυτή την έρευνα.

Εύρος και ανεπάρκεια προσαρμογής

Για πολλούς η μέτρηση της μέγιστης τιμής που μπορεί να λάβει η προσαρμογή του ατόμου (εύρος προσαρμογής) αποτελεί εξέταση ρουτίνας και θα έπρεπε να λαμβάνει χώρο ανεξαρτήτως ηλικίας.
Περαιτέρω, αποτελεί μέτρηση κλειδί για την για την εμφάνιση και την εξέλιξη της πρεσβυωπίας. Η ικανότητα προσαρμογής υπάρχει από τη γέννηση αλλά βελτιώνεται δραματικά μέσα στους πρώτους μήνες της ζωής[16]. Παλαιότερες μελέτες έχουν δείξει πως οι μέγιστες αλλαγές παρατηρούνται σε ηλικίες μεταξύ 20 και 50 ετών[7]. Η μέτρηση του εύρους προσαρμογής είναι μια πολύ σημαντική μέθοδος για την αναγνώριση διάφορων δυσλειτουργιών που σχετίζονται με την προσαρμογή, με συχνότερη να είναι η ανεπάρκεια προσαρμογής. Ειδικότερα, η ανεπάρκεια προσαρμογής είναι μια μη στραβισμική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από ανικανότητα ενός μη πρεσβυωπικού ατόμου να ενεργοποιήσει τη προσαρμογή του σε βαθμό που θεωρείται ως φυσιολογικός με βάση την ηλικιακή ομάδα που βρίσκεται. Σαν κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε πλήθος προβλημάτων σε κοντινές αποστάσεις εργασίας, όπως, θολή όραση, διπλωπία, πονοκεφάλους, κ.α

Ο επιπολασμός της ανεπάρκειας προσαρμογής ποικίλει από 1% έως 61.6%, πάντα ανάλογα την έρευνα. Συγκεκριμένα, ο επιπολασμός έχει καταγραφεί να φτάνει έως και το 17% σε παιδιά μεταξύ 8 και 16 ετών, ενώ, σε καυκάσιο πληθυσμό αυτό το ποσοστό υπολογίζεται στο 6.2%. Αντιθέτως, χαμηλότερες τιμές καταγράφονται σε φοιτητές σε χώρες όπως το Ιράν και η Νότια Αφρική, με τα ποσοστά να το 4% και 4.5% αντίστοιχα. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, σύνδρομα και ειδικές ανάγκες. Συγκεκριμένα, σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες καταγράφεται επιπολασμός ανεπάρκειας προσαρμογής 26% και σε παιδιά με σύνδρομο down το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 55% και 76%[10]. Τέλος, έχει καταγραφεί πως συμπτώματα παρατηρούνται συχνότερα σε διαφορά μεγαλύτερη των 2D από την αναμενόμενη τιμή της ηλικίας[2,16]. Συνεπώς, σε αυτή τη μελέτη καθαρή ανεπάρκεια προσαρμογής καταγράφεται σε άτομα που η διαφορά είναι 2D ή/και μεγαλύτερη.

Μέθοδοι μέτρησης της προσαρμογής

Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι για μέτρηση του εύρους προσαρμογής, όπως, η push – up, push – down, minus lenses, δυναμική σκιασκοπία, κ.α.

Μέθοδος Push – Up

Η μέθοδος push up είναι η συχνότερη και απλούστερη κλινική τεχνική για τη μέτρηση του εύρους προσαρμογής. Σε αυτή τη μέθοδο ο ασθενής έχει διορθωθεί πλήρως για τη μακρινής όραση και καθώς του πλησιάζεται το στόχο, ερωτάται ‘’πότε γίνεται η πρώτη ελάχιστη μόνιμη θόλωση’’. Σαν μέθοδος έχει στατιστικά σημαντικά λάθη λόγω της υποκειμενικότητας κυρίως στο χρόνο αντίδρασης. Τέλος, μελέτες δείχνουν πως η παραπάνω μέθοδος δίνει υψηλότερες τιμές συγκριτικά με άλλες μεθόδους[7,12]

Μέθοδος Push – Down

Η μέθοδος push – down, είναι μια τροποποίηση της μεθόδου push – up. Σε αυτή τη μέθοδο το αντικείμενο απομακρύνεται σταδιακά από τα μάτια έως ότου ο εξεταζόμενος αναφέρει ότι το βλέπει πρώτη φορά καθαρά. Αυτή η μέθοδος είναι απλούστερη και παράλληλα ευκολότερη, καθώς, απαιτεί την μικρότερη ανάλυση του στόχου συγκριτικά με την push – up[12].

Μέθοδος Minus Lenses

Σε αυτή τη μέθοδος αρνητικό σφαίρωμα προστίθεται στη διόρθωση με ταυτόχρονη παρατήρηση κοντινού σταθερού στόχου έως ότου επέλθει μόνιμη θόλωση. Για κάποιους αυτή η μέθοδος πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μονόφθαλμα καθώς μπορεί να διαταράξει τη διόφθαλμη όραση, σε ένα οπτικό σύστημα επιρρεπές βέβαια προς κάποια δυσλειτουργία μεταξύ σύγκλισης και προσαρμογής. Ωστόσο, αποτελεί την πιο αξιόπιστη – αντικειμενική μέθοδο με την υψηλότερη επαναληψιμότητα, αν και, τα αποτελέσματα της δίνουν τα χαμηλότερα νούμερα συγκριτικά με τις άλλες μεθόδους[7,12].

Μέθοδος μελέτης

Για το πείραμα απορρίφθηκαν όσοι / όσες είχαν οξύτητα για μακριά ή κοντά, διόφθαλμα ή μονόφθαλμα η οποία ήταν λιγότερη από 10 / 10 – 3. Το πείραμα διεξήχθη σε εξεταστήριο με συνθήκες άπλετου φωτισμού (εικόνα 1). Ως στόχος χρησιμοποιήθηκε πίνακας γραμμάτων (εικόνα 2) μεγέθους 20 / 30, με την τοποθέτηση του να γίνεται στα 35 cm από τον εξεταζόμενο (εικόνα 3).
Το μέγεθος των γραμμάτων καθώς και η απόσταση του στόχου είναι τέτοια ώστε το τεστ να είναι απαιτητικότερο για τον εξεταζόμενο. Στη τελική τιμή προστίθεται το add 2.5D που αναλογεί στην απόσταση 35 cm. Η μέθοδος μέτρησης που επιλέχθηκε ήταν η minus lenses, κατά την οποία αρνητικό σφαίρωμα προστίθεται έως ότου επέλθει μόνιμη ελάχιστη θόλωση παρά τη προσπάθεια του εξεταζόμενου να καθαρίσει την εικόνα. Η minus lenses επιλέχθηκε εξαιτίας της μεγαλύτερης αντικειμενικότητας της συγκριτικά με τις άλλες μεθόδους και της ανώτατης επαναληψιμότητας της. Εδώ απαραίτητο είναι να αναφερθεί πως με την minus lenses το εύρος προσαρμογής αποδίδει μικρότερες τιμές συγκριτικά με τις υπόλοιπες μεθόδους. Οι οδηγίες που δόθηκαν στους εξεταζόμενους ήταν να εστιάσουν σε γράμματα στο πίνακα των 20 / 30 και να αναφέρουν πότε θα είναι η φορά που δεν θα μπορούν να καθαρίσουν το γράμμα παρά την οποιαδήποτε προσπάθεια. Αυτό επαναλήφθηκε 3 φορές ανά άτομο, μια φορά διόφθαλμα και δύο μονόφθαλμα (μια για κάθε οφθαλμό). Για τη κατηγοριοποίηση των αποτελεσμάτων έλαβα υπόψιν προτάσεις που αναφέρουν πως η ανεπάρκεια προσαρμογής πρέπει να θεωρείται απόκλιση μεγαλύτερη των 2D από τη φυσιολογική τιμή για την εκάστοτε ηλικία. Περαιτέρω, υπάρχουν άλλες δύο κατηγορίες, η ‘’οριακή’’ η οποία αναφέρεται σε αποκλίσεις από 1.25D έως και 1.75D ή 2D με τουλάχιστον έναν οφθαλμό με απόκλιση μικρότερη των 1.75D και η ‘’φυσιολογική’’ η οποία αναφέρεται σε μηδενικές έως αποκλίσεις της τάξεως της 1D και αυτό λόγω ότι η minus lenses υποεκτιμά ή είναι αρκετά αυστηρή όσο αφορά το εύρος προσαρμογής συγκριτικά με άλλες μεθόδους σε ελεύθερο χώρο (π.χ. push – up). Τέλος, για τη καλύτερη και ακριβέστερη κατηγοριοποίηση χρησιμοποιήθηκαν δύο πίνακες τιμών (πίνακας 1 και 2) οι κατά Donder’s και Hofstetter’s. Όσο αφορά την εξίσωση Hofstetter έλαβα υπόψιν τη κατώτατη τιμή καθώς αυτή φαίνεται να είναι τόσο αληθέστερη – ακριβέστερη όσο και παρόμοια με του Donder’s.

Αποτελέσματα

Το συνολικό δείγμα που συλλέχθηκε στην έρευνα ήταν 41 άτομα και συνολικά 82 οφθαλμοί. Από το σύνολο των 41 ατόμων το 53,66% (22 άτομα) ήταν γυναίκες και το 46,34% (19 άτομα) άντρες, η μέση ηλικία ήταν τα ~ 23.71 έτη. Περαιτέρω, από το σύνολο των 41 ατόμων, το 78,04% (32 άτομα) ήταν μύωπες, το 17,07% (7 άτομα) ήταν εμμέτρωπες και το 4.87% (2 άτομα) ήταν υπερμέτρωπες. Από το σύνολο των 41 ατόμων φυσιολογικό διόφθαλμο εύρος προσαρμογής (απόκλιση έως 1D από το κατώτατο αναμενόμενο με βάση την ηλικία) είχε το 24,39% (10 άτομα), οριακό διόφθαλμο εύρος προσαρμογής (απόκλιση από 1.25D έως 1.75D ή 2D με τουλάχιστον έναν οφθαλμό με απόκλιση μικρότερη των 1.75D από το κατώτατο αναμενόμενο με βάση την ηλικία) είχε το 19,51% (8 άτομα) και χαμηλό διόφθαλμο εύρος προσαρμογής (απόκλιση 2D και άνω από το κατώτατο αναμενόμενο με βάση την ηλικία) είχε το 56,10% (23 άτομα) (πίνακας 4). Από το σύνολο των 32 ατόμων με μυωπία οι 9 (28,125%) είχαν φυσιολογικό εύρος προσαρμογής, οι 4 (12.5%) είχαν οριακό εύρος προσαρμογής και οι υπόλοιποι 19 (59,375%) είχαν χαμηλό εύρο προσαρμογής. Όσο αφορά τους εμμέτρωπες από το σύνολο των 7 ατόμων, φυσιολογικό εύρος προσαρμογής είχε 1 άτομο (14,29%), οριακό είχαν 4 άτομα (57,14%) και χαμηλό 2 άτομα (28,57%). Όσο αφορά τους υπερμέτρωπες κανένας» 82 δεν είχε φυσιολογικό ή οριακό εύρος προσαρμογής όποτε εκ των 2 ατόμων και οι 2 (100%) είχαν χαμηλό εύρος προσαρμογής (πίνακας 3 – 5). Δεν μπορεί να γίνει ασφαλής σύγκριση των κατηγοριών λόγω έλλειψης δείγματος στις κατηγορίες εμμέτρωπες και υπερμέτρωπες.

Σχετικά με το φύλο, όπως αναφέρθηκε το 53,66% ήταν γυναίκες και το 46,34% άντρες, το 36,37% των γυναικών είχε φυσιολογικό εύρος προσαρμογής, το 13,63% είχε οριακό εύρος προσαρμογής και το 50% είχε χαμηλό εύρος προσαρμογής, ενώ, τα αντίστοιχα ποσοστά στους άντρες ήταν, 10,53%, 26,32% και 63.15%. Συνεπώς, παρατηρούμε πως οι γυναίκες έχουν υψηλότερα ποσοστά τόσο στον τομέα του φυσιολογικού όσο και του οριακού εύρους προσαρμογής (πίνακας 6).

 

Τώρα όσο αφορά το διόφθαλμο και το μονόφθαλμο εύρος προσαρμογής. Το 46,34% (19 άτομα) είχε τιμή διόφθαλμου εύρους προσαρμογής μεγαλύτερη από το εκάστοτε μονόφθαλμο, κανένας δεν είχε διόφθαλμο εύρος προσαρμογής ίδιο με το μονόφθαλμο εύρος προσαρμογής, το 14,63% (6 άτομα) είχε διόφθαλμο εύρος προσαρμογής ίδιο με το μεγαλύτερο μονόφθαλμο εύρος προσαρμογής, το 2,34% (1 άτομο) είχε διόφθαλμο εύρος προσαρμογής ίδιο με το μικρότερο μονόφθαλμο εύρος προσαρμογής, το 17.07% (7 άτομα) είχε διόφθαλμο εύρος προσαρμογής μεταξύ των μονόφθαλμων εύρωνς προσαρμογής και το 19,5% (8 άτομα) είχε διόφθαλμο εύρος προσαρμογής μικρότερο από το μονόφθαλμο εύρος προσαρμογής (πίνακας 7). Επιπλέον, απόκλιση μονόφθαλμου εύρους προσαρμογής από διόφθαλμο μεγαλύτερη των 0.5D σε τουλάχιστον έναν οφθαλμό παρατηρήθηκε στο 41,46% (17 άτομα), ενώ, μικρότερη των 0,5D παρατηρήθηκε στο 58,54% (24 άτομα). Τέλος, ταύτιση μονόφθαλμων εύρων προσαρμογής μεταξύ των δύο οφθαλμών καταγράφηκε σε 8 άτομα, ενώ, διαφορετικές τιμές καταγράφηκαν σε 34 άτομα (πίνακας 8 – 9). Αυτά τα αποτελέσματα μπορεί να προκύπτουν είτε από στάση του σώματος που να επιβαρύνει τον ένα οφθαλμό συγκριτικά με τον άλλο, είτε λόγω κυρίαρχου και μη οφθαλμού, είτε λάθος εκτίμησης της θόλωσης από τον εξεταστή ή τον εξεταζόμενο, είτε για άλλο λόγo.

Συμπεράσματα

Στη συγκεκριμένη έρευνα, με τις μεθόδους και τις παραμέτρους που χρησιμοποιήθηκαν και αναλύθηκαν παραπάνω προκύπτουν τα παρακάτω συμπεράσματα. Αρχικά, το ποσοστό της ανεπάρκειας προσαρμογής (η οποία ξεπερνάει ως απόκλιση τις 2D από την κατώτερη ή φυσιολογική τιμή για την ηλικία) είναι πολύ υψηλό και επηρεάζει το 56,10% όσων ατόμων συμμετείχαν
σε αυτήν την έρευνα. Περαιτέρω, παρατηρείται πως οι γυναίκες έχουν υψηλότερα ποσοστά φυσιολογικού εύρους προσαρμογής συγκριτικά με τους άντρες, με τα ποσοστά αυτά να φτάνουν το 36,37% και 10,53% αντίστοιχα. Επιπλέον, το διόφθαλμο εύρος προσαρμογής στο 46,34% ήταν υψηλότερο από το μονόφθαλμο εύρος προσαρμογής, ενώ, χαμηλότερο διόφθαλμο εύρος προσαρμογής παρατηρήθηκε στο 19,5%. Διαφορές παρατηρήθηκαν και στη μέγιστη διοπτρική δύναμη μεταξύ των δύο οφθαλμών. Το αίτιο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, ωστόσο, πιθανές αιτίες θα μπορούσαν να είναι, το ένα μάτι να είναι το κυρίαρχο και να λειτουργεί σε καλύτερα επίπεδα, να υπάρχει λανθασμένη στάση σώματος με συνέπεια το ένα μάτι να προσαρμόζει πιο πολύ από ότι το άλλο (αυτό έχει παρατηρηθεί και σε άλλες μελέτες), να έχει γίνει λανθασμένη εκτίμηση της πρώτης θόλωσης από τον εξεταζόμενο ή τον εξεταστή, και άλλα. Όσο αφορά τις τιμές που χρησιμοποιήθηκαν για να συγκρίνουμε τα αποτελέσματα μας, οι κατά Donder’s φυσιολογικές τιμές αν και παλαιές φαίνεται πως έχουν ρεαλιστικά αποτελέσματα ακόμα και σήμερα, αντιθέτως, με κάθε σεβασμό η εξίσωση Hofstetter’s όσο αφορά την ανώτατη και φυσιολογική τιμή για την ηλικία δεν φαίνεται ρεαλιστική, βέβαια, αν διατηρήσουμε ως φυσιολογική την κατώτατη αναμενόμενη τιμή της εξίσωσης τότε τα αποτελέσματα είναι όντως ρεαλιστικά και είναι αντίστοιχα του Donder’s, με την απόκλιση μεταξύ των 2 τιμών να είναι της τάξεως των 0.25D. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η ανεπάρκεια προσαρμογής φαίνεται πως αποτελεί έντονο πρόβλημα στις νεαρές ηλικίες και επιπλέον μελέτες πρέπει να γίνουν προκειμένου να αναλυθεί σε βάθος το πρόβλημα και ο επιπολασμός του. Επιπλέον, πρέπει να καθιερωθεί ένα καθολικό σύστημα μετρήσεων του εύρους προσαρμογής για να εξαχθούν τα ασφαλέστερα αποτελέσματα. Επιπλέον, ενδιαφέρον θα είχε να παρατηρηθεί η δράση και η συνεισφορά του ακτινωτού μυός στη διαδικασία της προσαρμογής στους νέους ενήλικες, καθώς, θεωρητικά η κρυσταλλοειδής φακός είναι σχεδόν διάφανος οπότε το πρόβλημα στη προσαρμογή αφορά στη πλειονότητα αδυναμία δράσης του ακτινωτού μυός.

Τέλος, η ανεπάρκεια προσαρμογής συνεπάγεται με προβλήματα σε κοντινές αποστάσεις εργασίας, αυτό ωστόσο δεν πρόκειται να βελτιωθεί στο σύνολο, καθώς οι ορθοπτικές ασκήσεις και το vision training δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθολικά για να διαχειριστεί ή να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, συνεπώς, μεταξύ των πολλών, η πρεσβυωπία πιθανότατα να αρχίσει να ξεκινάει σε ακόμα νεαρότερες ηλικίες.

Ευχαριστίες και άλλα

Αρχικά θα ήθελα να δηλώσω πως δεν έχω κάποιο οικονομικό συμφέρον από τη συγκεκριμένη έρευνα, όπως και ότι τα δεδομένα που συλλέχθηκαν για την έρευνα μετά την εξαγωγή των αποτελεσμάτων καταστράφηκαν.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω, τους κυρίους, Άρη, Παναγιώτη και Ζαννή Ζαμάνο για τη στήριξη, το χρόνο, το χώρο και τη διάθεση που προσέφεραν καθ όλη την διαδικασία της έρευνας. Επιπλέον, θερμά ευχαριστώ τον κύριο Φώτη Βελισσαράκο για το χρόνο που αφιέρωσε στην απάντηση ερωτήσεων, τη μεταδοτικότητα του και όσα μου έμαθε για τη διόφθαλμη όραση και τα προβλήματα προσαρμογής. Τέλος, ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή μου Dr. Ευάγγελο Πατέρα, για τη στήριξη, τις γνώσεις και το χρόνο που αφιέρωσε για την συγκεκριμένη μελέτη.•

Share with your friends
Tags: