Σύνδρομο του υπολογιστή και δυσλειτουργίες της προσαρμογής
Η χρήση ψηφιακών συσκευών αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, με σημαντικό ποσοστό παιδιών, εφήβων και ενηλίκων να αφιερώνει πολλές ώρες μπροστά σε οθόνες. Η παρατεταμένη αυτή χρήση σχετίζεται με την εμφάνιση του συνδρόμου του υπολογιστή (Computer Vision Syndrome – CVS), το οποίο περιλαμβάνει ένα σύνολο οφθαλμικών και οπτικών συμπτωμάτων που επηρεάζουν τη διόφθαλμη όραση και την οφθαλμική επιφάνεια. Ιδιαίτερα, η συνεχής εργασία σε κοντινές αποστάσεις μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργίες της προσαρμογής, οπτική κόπωση και μειωμένη οπτική άνεση, επηρεάζοντας την απόδοση και την ποιότητα ζωής του ατόμου.
Γράφει ο Ανδρόνικος Χρυσανθόπουλος, BSc, MSc, Οπτικός – Οπτομέτρης, Υποψήφιος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
Σύνδρομο του υπολογιστή
Η χρήση ψηφιακών συσκευών είναι σχεδόν καθολική σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, υπολογίζεται πως το 93.1% παιδιών ηλικίας 10-15 ετών χρησιμοποιεί υπολογιστή και το 69.5% διαθέτει smartphone [3], ενώ, σε ευρύτερο πλαίσιο υπολογίζεται πως οι χρήστες του διαδικτύου ανεξαρτήτου ηλικίας φτάνουν τους 5.15 δισεκατομμύρια [4]. Ένα από τα προβλήματα που προκύπτουν από τη τόσο έντονη χρήση αφορά το σύνδρομο του υπολογιστή ή ψηφιακής κόπωσης των ματιών, το οποίο ορίζεται ως μια ομάδα προβλημάτων που σχετίζονται με τη λειτουργία της διόφθαλμης όρασης και την υγεία της οφθαλμικής επιφάνειας, τα οποία άμεσα σχετίζονται με τη χρήση ψηφιακών συσκευών.
Ειδικότερα, το σύνδρομο του υπολογιστή αποτελεί αναγνωρισμένο πρόβλημα υγείας για πάνω από 20 χρόνια [5]. Το σύνδρομο του υπολογιστή περιλαμβάνει ένα εύρος οφθαλμικών και οπτικών συμπτωμάτων που μπορεί να είναι παροδικά ή μόνιμα. Τα συμπτώματα κατατάσσονται σε δύο βασικές κατηγορίες, αυτά που σχετίζονται με τη διόφθαλμη όραση και αυτά που σχετίζονται με τη ξηροφθαλμία. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται όταν οι απαιτήσεις υπερβαίνουν τις οπτικές ικανότητες, ιδιαίτερα σε άτομα τα οποία ήδη έχουν κάποια δυσλειτουργία της διόφθαλμης όρασης. Επιπλέον, η χρήση ψηφιακών συσκευών μειώνει τη συχνότητα, το εύρος και τους ολοκληρωμένους βλεφαρισμούς του ατόμου οδηγώντας στην εξάτμιση των δακρύων. Συγκεκριμένα, μελέτες έχουν δείξει πως ο ρυθμός των βλεφαρισμών μειώνεται έως και 5 φορές μπροστά από την οθόνη. Για παράδειγμα έρευνα κατέγραψε μέσο ρυθμό βλεφαρίσματος 18.4 φορές / λεπτό πριν από τη χρήση υπολογιστή και 3.6 φορές / λεπτό κατά τη χρήση υπολογιστή. Άλλη έρευνα σε εργαζόμενους γραφείου κατέγραψε 22 βλεφαρισμούς ανά λεπτό σε κατάσταση χαλάρωσης και 7 βλεφαρισμούς ανά λεπτό όταν χρησιμοποιούσαν ψηφιακή οθόνη [9]. Τα τεχνητά δάκρυα θεωρούνται ως η πρώτη γραμμή διαχείρισης του προβλήματος της ξηροφθαλμίας λόγω ψηφιακών συσκευών.
Οι περισσότερες μελέτες σχετικά με το σύνδρομο του υπολογιστή έχουν γίνει σε εργαζόμενους και λίγες σε φοιτητές και εφήβους. Ο επιπολασμός υπολογίζεται από 50% έως 70% σε εργαζόμενους σε ψηφιακές συσκευές και μπορεί να φτάσει έως και 90% σε φοιτητές [3,4,5,8].
Διόφθαλμη όραση, το σύνδρομο του υπολογιστή & αποτελέσματα μελετών
Παιδιά
Η αλλαγή στη μορφή της εκπαίδευσης κατά την πανδημία οδήγησε τα παιδιά να δαπανούν πολλές ώρες μπροστά από μια οθόνη. Έρευνα των Mohan et al έδειξε πως το 96.3% των παιδιών συμμετείχαν σε διαδικτυακά μαθήματα και το 36.9% από αυτά αφιέρωνε παραπάνω από 5 ώρες ημερησίως μπροστά από μια οθόνη. Επιπλέον, καταγράφηκε πως το 50.23% των συμμετεχόντων ανέφερε συμπτώματα σχετικά με σύνδρομο του υπολογιστή, ποσοστό διπλάσιο σε σχέση με αντίστοιχη έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί το 2015 (επιπολασμός 19.7%) [8].
Έρευνα των Mármol-Errasti et al έδειξε πως πλήθος λειτουργιών της προσαρμογής ήταν χαμηλότερες από το αναμενόμενο σε παιδιά που ήταν στο 9ο και 13ο σχολικό έτος. Ο αριθμός των μαθητών που καταγράφηκε πως είχε καθ’ υπερβολή προσαρμογή αυξήθηκε από 27.9% στο 9ο έτος σε 58.1% σε 13ο έτος, με την ώρα που αφιέρωναν (περισσότερη ώρα = χειρότερα προσαρμοστικά αποτελέσματα) οι μαθητές σε κοντινές αποστάσεις εργασίας να θεωρείται ως αιτία αυτής της κατάστασης [7].
Οι Maharjan et al. πραγματοποίησαν μελέτη για να προσδιορίσουν τη κατάσταση της διόφθαλμης όρασης σε παιδιά σχολικής ηλικίας (13-17 ετών) που χρησιμοποιούσαν ψηφιακές συσκευές. Το συνολικό δείγμα ήταν 180 άτομα εκ των οποίων τα 104 παιδιά ήταν εμμέτρωπες, τα 42 μύωπες, τα 13 υπερμέτρωπες και 21 άτομα είχαν αστιγματισμό. Από τους 180 συμμετέχοντες τα 51 άτομα παρουσίαζαν δυσλειτουργίες της προσαρμογής και της σύγκλισης. Ο επιπολασμός των δυσλειτουργιών της διόφθαλμης όρασης ήταν υψηλότερος σε παιδιά που αφιέρωναν περισσότερο (άνω των 3 ωρών την ημέρα) χρόνο μπροστά από ψηφιακές οθόνες. Ειδικότερα, παρατηρήθηκε πως το εύρος προσαρμογής και η προσαρμοστική ευχέρεια (μονόφθαλμα και διόφθαλμα) παρουσίαζαν χαμηλότερες τιμές σε σχέση με τις αναμενόμενες φυσιολογικές τόσο στην υπο-ομάδα που αφιέρωνε λιγότερο χρόνο μπροστά από οθόνες όσο και στην υπο-ομάδα που αφιέρωνε περισσότερο χρόνο μπροστά από οθόνες, με τις τιμές των αποτελεσμάτων να έχουν φθίνουσα πορεία όσο μεγαλύτερος ήταν ο χρόνος μπροστά από οθόνες.
Έφηβοι – Νεαροί ενήλικες
Έρευνα των De-Hita-Cantalejo με σκοπό τη διερεύνηση των μεταβολών της προσαρμογής και της οπτικής δυσφορίας σε φοιτητές 20 – 22 ετών μετά από περίοδο υψηλής απαιτητικότητας σε κοντινές δραστηριότητες έδειξε ότι όλες οι τιμές που σχετίζονται με την προσαρμογή υπέστησαν μεταβολές κατά τη διάρκεια της περιόδου των εξετάσεων. Συγκεκριμένα, οι τιμές NRA, PRA (βελτιώθηκε σε σχέση με πριν τις εξετάσεις) και εύρους προσαρμογής καταγράφηκε να είναι χαμηλότερες από το αναμενόμενο στο 30.4%, 15.1% και 42.3% αντίστοιχα μετά την περίοδο εξετάσεων. Στις μετρήσεις Monocular Estimated Facility (MAF) – Binocular Estimated Facility (BAF) μόλις το 3% βρέθηκε να είναι κάτω από το μέσο όρο. Τα συμπεράσματα της έρευνας καταλήγουν στο ότι η παρατεταμένη εργασία σε κοντινές αποστάσεις μεταβάλλει όλες τις τιμές και τις προσαρμοστικές ικανότητες, με τελικό αποτέλεσμα την εμφάνιση καθ’ υπερβολής προσαρμογής.
Εξέταση πριν τις εξετάσεις
- NRA: +2.59 ± 0.58 D
- PRA: −1.66 ± 1.00 D
Μετά τις εξετάσεις
- NRA: +1.69 ± 0.51 D
- PRA: −2.36 ± 1.01 D
Μελέτη των Porcar et al. ανέλυσε τις διαταραχές της προσαρμογής και της διόφθαλμης όρασης μετά από τη χρήση υπολογιστών. Η μελέτη συμπεριέλαβε 89 άτομα που χρησιμοποιούσαν ψηφιακές οθόνες κατά μέσο όρο 5 ώρες ημερησίως. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν πως το 24% είχε δυσκολία να καθαρίσει τη θετική πλευρά, το 8% στην αρνητική πλευρά και το 3% και στις δύο πλευρές του flipper στη μέτρηση MAF. Το συμπέρασμα της έρευνας καταλήγει στο ότι τα άτομα ήταν πιο επιρρεπή σε καθ’ υπερβολή προσαρμογή μετά από αρκετή ώρα σε κοντινές αποστάσεις εργασίας.
Σε μελέτη των Biswas et al. με 80 συμμετέχοντες μέσης ηλικίας 22,96 ± 2,23 ετών καταγράφηκαν οι αλλαγές των λειτουργιών της προσαρμογής μετά από 30 λεπτά gaming. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως παρατηρήθηκε αύξηση της NRA από 2,64 ± 0,23 DS σε 2,92 ± 0,37 DS, ενώ η PRA μειώθηκε από –2,46 ± 0,41 DS σε –1,78 ± 0,31 DS. Στη σκιασκοπία MEM για τον προσδιορισμό του lag παρατηρήθηκε αύξηση από 0.46 ± 0.15 DS σε ~1.20 ± 0.24 DS. Περαιτέρω, οι μετρήσεις MAF και BAF εμφάνισαν σημαντική μείωση από 10,34 cpm σε 4,54 cpm και από 10,65 cpm σε 4,90 cpm, αντίστοιχα. Τα συμπεράσματα της μελέτης αναφέρουν πως 30 λεπτά gaming οδηγούν σε μείωση της προσαρμοστικής ικανότητας που ενδέχεται να προκαλεί οπτική κόπωση και διαταραχές της διόφθαλμης όρασης σε νεαρούς ενήλικες.
Μελέτες σχετικά με τη σύγκλιση έχουν δείξει πως δεν παρατηρείται κάποια ιδιαίτερη μεταβολή στις φορίες του ατόμου μετά από 25 λεπτά εργασίας στον υπολογιστή. Μεταγενέστερες μελέτες επίσης δεν έδειξαν μεταβολή στις φορίες κατά τη διάρκεια χρήσης υπολογιστή, ωστόσο παρατηρήθηκε πως λιγότερο συμπτωματικά άτομα εμφάνιζαν μέση τιμή φορίας 1.55Δ ΕΧΟ.
Ενδιαφέρουσα μελέτη των Beeson et al. με 35 συμμετέχοντες μέσης ηλικίας 23,2 ± 4,0 ετών, οι οποίοι είχαν διαγνωστεί με σύνδρομο οπτικής κόπωσης, εκτέλεσαν σε δύο διαφορετικές ημέρες για 60 λεπτά μια εργασία σε φορητό υπολογιστή, χωρίς διάλειμμα. Τη μια μέρα η εργασία που ζητήθηκε να διεκπεραιώσουν ήταν απαιτητικότερη σε σχέση με την άλλη. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως όλες οι τιμές των συμπτωμάτων επιδεινώθηκαν σημαντικά με την πάροδο της ώρας (έλεγχος συμπτωμάτων κάθε 10 λεπτά), με τα συμπτώματα να επιδεινώνονται ταχύτερα στις συνθήκες υψηλού γνωστικού φορτίου (δυσκολότερη δραστηριότητα).
Η θεωρία γνωστικού φορτίου προσδιορίζει τις συνειδητές διαδικασίες σκέψης ως βραχυπρόθεσμη μνήμη. Αν υπερφορτωθεί η βραχυπρόθεσμη μνήμη ενός ατόμου, μπορεί να μην είναι σε θέση να επεξεργαστεί αποτελεσματικά πληροφορίες, οδηγώντας έτσι σε φτωχή κατανόηση, συγκράτηση και μάθηση. Το γνωστικό φορτίο χωρίζεται σε τρεις τύπους: ενδογενές, ουσιαστικό και εξωγενές. Το ενδογενές φορτίο προκύπτει από τη φυσική δυσκολία της εκάστοτε εργασίας και μπορεί να επηρεαστεί από την προηγούμενη γνώση του θέματος. Το ουσιαστικό φορτίο αφορά την προσπάθεια για τη μεταφορά της μάθησης στη μακροπρόθεσμη μνήμη, ενώ το εξωγενές φορτίο προκύπτει από τον τρόπο παρουσίασης του υλικού και δεν συμβάλλει στη μάθηση. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα διαφορετικά επίπεδα γνωστικού φορτίου που προκαλούνται από ψηφιακές εργασίες μπορεί να επηρεάζουν τα συμπτώματα που βιώνουν οι χρήστες ψηφιακών συσκευών, πιθανόν λόγω αλλαγών στον ρυθμό αυθόρμητου βλεφαρισμού (SEBR) και της αύξησης του ποσοστού ατελών βλεφαρισμών, και/ή αλλαγών στο μέγεθος της κόρης του ματιού, αν και αυτή η σχέση δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως.
Τέλος, τα συμπεράσματα της έρευνας των Beeson et al. έδειξαν πως όσο διαρκεί η εργασία σε άτομα με ψηφιακή κόπωση, τα συμπτώματα επιδεινώνονται ταχύτερα όσο πιο απαιτητική είναι η εργασία που ζητείται να ολοκληρώσουν. Αυτό συνδέεται με μείωση της παραγωγικότητας αλλά όχι με μείωση της ακρίβειας εργασίας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Συμπερασματικά, η εκτεταμένη χρήση ψηφιακών συσκευών αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση δυσλειτουργιών της προσαρμογής και συμπτωμάτων ψηφιακής κόπωσης. Οι μεταβολές στις προσαρμοστικές λειτουργίες και η παρατεταμένη οπτική καταπόνηση μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την οπτική απόδοση, ιδιαίτερα σε άτομα με αυξημένες οπτικές απαιτήσεις. Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η εφαρμογή κατάλληλων προληπτικών και διαχειριστικών μέτρων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της οπτικής υγείας στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή.

