LAG & LEAD της προσαρμογής και η κλινική σημασία τους
Η ακρίβεια της προσαρμογής αξιολογείται με τη μέτρηση της προσαρμοστικής απόκρισης σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα. Η προσαρμοστική απόκριση κατά τη κοντινή όραση είναι ελαφρώς μικρότερη από το δοθέν ερέθισμα, κατάσταση γνωστή και ως προσαρμοστική υστέρηση (lag της προσαρμογής). Η ύπαρξη του lag προσφέρει ένα βαθμό ευελιξίας στο διόφθαλμο σύστημα και σχετίζεται με μεγαλύτερη οπτική άνεση.
Γράφει ο Ανδρόνικος Χρυσανθόπουλος, Optometrist | PhD Candidate, University of West Attica, SILMO Academy Bursary Awardee 2025, Scientific Associate – Optika Zamanos, Deputy Secretary Hellenic Academy of Optometry
Αντιθέτως, όταν η προσαρμοστική απόκριση υπερβαίνει το απαιτούμενο βαθμό για ένα συγκεκριμένο ερέθισμα, χαρακτηρίζεται ως lead της προσαρμογής. Το lag της προσαρμογής ορίζεται ως η έλλειψη διοπτρικής ισχύς όταν η απόκριση του οφθαλμού συγκρίνεται με την απαιτούμενη τιμή για μια συγκεκριμένη απόσταση ερεθίσματος. Οι συχνότερες μέθοδοι μέτρησης του lag αφορούν τεχνικές δυναμικής σκιασκοπίας, όπως η σκιασκοπία Nott και η σκιασκοπία MEM. Άλλη μέθοδος μέτρησης του lag της προσαρμογής είναι η δοκιμασία συγχωνευμένου σταυροκυλίνδρου και η μέτρηση με αμπερόμετρα, σαν καθαρά αντικειμενική μέθοδος.
Οι τιμές τυπικά αναμένονται από 0 έως +0.25 Ds για μακριά και από +0.25 Ds έως +0.75 Ds για κοντά (με το στόχο τοποθετημένο στα 33–40 cm). Όταν το προσαρμοστικό lag υπερβαίνει σταθερά τις +0.75 Ds (για κοντά), αποτελεί συχνά ενδειξη δυσλειτουργίας της διόφθαλμης όρασης, όπως η ανεπάρκεια προσαρμογής, η ανακριβής διόρθωση για μακριά (υπερδιόρθωση μυωπίας ή υποδιόρθωση υπερμετρωπίας), κ.α. Λιγότερο συχνά, η προσαρμοστική απόκριση μπορεί να υπερβαίνει την απαιτούμενη τιμή για το κοντινό ερέθισμα, κατάσταση που χαρακτηρίζεται ως lead της προσαρμογής και δείχνει ότι ένα σύστημα υπέρ-προσαρμόζει ή μπορεί να προκύπτει από ανεπάρκεια σύγκλισης.
Η προσαρμοστική υστέρηση αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας και με την ανάγκη για επιπλέον προσαρμοστικές απαιτήσεις. Η συμπεριφορά του προσαρμοστίκου αντανακλαστικού είναι δυναμική και μεταβάλλεται ανάλογα με την απαίτηση. Οι νεαρότερες ηλικίες συχνά παρουσιάζουν μικρό lead σε χαμηλές απαιτήσεις, το οποίο μεταβαίνει σε lag όσο αυξάνεται η προσαρμοστική ανάγκη. Επιπλέον, το lag δεν είναι σταθερή τιμή, αλλά επηρεάζεται από πολυπλοκότητα της εργασίας και γνωστικό φορτίο. Απαιτητικές κοντινές εργασίες που συνδυάζουν ανάγνωση με γνωστική επεξεργασία οδηγούν σε μεγαλύτερες διακυμάνσεις της προσαρμογής και αύξηση του lag. Οι υψηλότερες τιμές lag συνδέονται με δυσφορία και κόπωση κατά τη κοντινή εργασία, ενώ άτομα με λιγότερα συμπτώματα εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές.
Μέτρηση του Lag με τεχνικές σκιασκοπίας
Οι αντικειμενικές μέθοδοι δινουν μικρότερες τιμές από τις υποκειμενικές, αλλά προσφέρουν υψηλή επαναληψιμότητα και είναι χρήσιμες για ασθενείς που δεν μπορούν να συνεργαστούν. Η δυναμική σκιασκοπία μπορεί να γίνει με Sheard, Cross, Nott, MEM. Η MEM θεωρείται πιο ακριβή. Εκτελείται σε απόσταση ~40–50 cm, με τον εξεταζόμενο να κοιτάει στόχο και να φορά τη συνήθη διόρθωση. Ο εξεταστής τοποθετεί σφαιρώματα μέχρι να παρατηρηθεί εξουδετέρωση. Οι φυσιολογικές τιμές MEM είναι +0.25 Ds έως +0.75 Ds.
Η μέθοδος Nott ειναι παρόμοια, αλλά ο εξεταστής μετακινεί το σκιασκόπιο και ο εξεταζόμενος διατηρεί την προσήλωση. Η σκιασκοπία Cross χρησιμοποιεί σφαιρικούς φακούς διόφθαλμα με στόχο κοντά.
Διατίθενται πολλές κλινικές μέθοδοι για τη μέτρηση της ακρίβειας της προσαρμογής, με τη MEM και τη Nott να είναι οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες. Η επιλογή της τεχνικής επηρεάζει τις τιμές. Μελέτες δείχνουν μικρές διαφορές μεταξύ MEM, Nott και αυτόματου διαθλασίμετρου, με συμφωνία γύρω από το μηδέν, τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες.

